Γ.Σ. ΚΡΟΝΟΣ : Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη 

Το παρακάτω άρθρο, μας χάρισε στην βράβευση του απο τον ΚΡΟΝΟ ο Χρήστος Πιπίνης ώς τον πρώτο πρόεδρο του συλλόγου στην πρώτη εκδήλωση για τα 40 χρόνια της ιστορίας του.

 

Γ.Σ. ΚΡΟΝΟΣ : ΈΝΑΣ ΚΟΥΚΟΣ ΔΕΝ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ Του Πάνου Κατσιμίχα,

άρθρο του από το περιοδικό ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ

Γενάρης-Φλεβάρης 1983- Τεύχος 1ο

 

Ανέκαθεν συμπαθούσα τους ανθρώπους που ζουν με ένα «αθώο πάθος» (ή ψώνιο αν θέλετε ) εκείνους που όταν τους ρωτάς «γιατί το κάνεις;» σου απαντούν χαμογελώντας «γιατί έτσι» και σε κουφαίνουν.

Αυτό το «έτσι» κρύβει ιδιορρυθμία και παραξενιά ίσως (για τον πολύ κόσμο) αλλά ποτέ χαμέρπεια, μικροψυχία και όλα τα συναφή.

Κρύβει επίσης (σχεδόν πάντα) ρομαντισμό, δημιουργικότητα, ανησυχία για το καλύτερο και αφιλοκέρδεια. Με δύο λόγια ανθρωπιά.

Κάνω αυτό τον πρόλογο γιατί θέλω από την πρώτη στιγμή να φανερώσω, ότι δεν έχω πρόθεση να μιλήσω συγκεκριμένα για το μπάσκετ και τον Γ.Σ. ΚΡΟΝΟ. Δεν είμαι μέλος, ούτε καν φανατικός οπαδός του, ούτε και ειδικός στα αθλητικά θέματα.

Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να μιλήσω για ένα πολιτιστικό γεγονός που δεν ξεπήδησε τυχαία στην γκρίζα ξεραΐλα του Μπραχαμίου, ούτε έπεσε απ’ τον ουρανό, αλλά γεννήθηκε από τις συνθήκες ζωής του δήμου μας και την αγάπη μερικών νέων ανθρώπων για τον αθλητισμό, αλλά πάνω απ’ όλα απ’ την ανάγκη τους να έρθουν σε επαφή με τον κοινωνικό περίγυρο, που τους περιβάλει βλοσυρός, απαθής και αδιάφορος.

Ακόμα πιο πολύ, με ενδιαφέρει να μιλήσω για το ενδιαφέρον και την πίστη στη ζωή, που κρύβει μέσα της κάθε πολιτιστική προσπάθεια, κόντρα στο άχαρο παιχνίδι της καθημερινότητας και της επιβίωσης. Και ο ΚΡΟΝΟΣ είναι πολιτιστική προσπάθεια, για λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω.

Πέντε, έξη φίλοι κάθονται μπαϊλντισμένοι στο κεντρικό καφενείο της πόλης τους και αντί για να παίζουν πρέφα, συζητούν πως θα φτιάξουν ένα σύλλογο μπάσκετ. Και τον φτιάχνουν.

Αβοήθητοι εντελώς, ξεκινάνε μια μικρή περιπέτεια, ξοδεύοντας απ’ το υστέρημα και τον ελεύθερο χρόνο τους, σκάβοντας και χτίζοντας οι ίδιοι και βάζοντας προσωπικά χρέη και ευθύνες στις πλάτες τους.

Τελικά μετατρέπουν μια αλάνα του δήμου (που τους παραχωρήθηκε με τα χίλια ζόρια) σε γήπεδο μπάσκετ.

Νοικιάσανε ένα δωματιάκι, στήσανε τα «γραφεία» τους και παίζοντας οι ίδιοι στην αρχή για το κέφι τους, προσπαθούσαν συγχρόνως να βρουν νέα παιδιά και να σχηματίσουν μια ομάδα που θα γινόταν φυτώριο ενός συλλόγου, με σκοπό την διάδοση του μπάσκετ και - γιατί όχι; - του αθλητισμού στο Μπραχάμι.

Τελικά, φαίνεται ότι έπεσε πολύ δουλειά, αφού η ομαδούλα της γειτονιάς ανέβηκε μέσα σε πέντε χρόνια, τέσσερις κατηγορίες και φέτος ο ΚΡΟΝΟΣ παίζει στην Α’ κατηγορία Αθηνών, ανάμεσα σε συλλόγους με παράδοση και πολύχρονη πείρα.

Με πρώτη ματιά ολ’ αυτά δείχνουν κοινότυπα και χωρίς γενικότερο ενδιαφέρον. Μερικοί άνθρωποι που κάνουν το χόμπι τους. Και τι έγινε;

Δεν είναι όμως έτσι ακριβώς. Όταν ένα χόμπι (ή) μια πρωτοβουλία, ξεπερνά την ατομικότητα της και απευθύνεται σε τρίτους, αποκτάει πια την αξία κοινωνικής πράξης, αφού βάζει σε λειτουργία την κοινωνικότητα. Δηλαδή την επικοινωνία, φίλε αποξενωμένε και μοναδικέ αναγνώστη. Δεν έχει σημασία αν η διαδικασία αυτή λειτουργεί στο χώρο του αθλητισμού ή της τέχνης ή της διανόησης.

Σημασία έχει ότι κάτι λειτουργεί, άρα κινείται, άρα υπάρχει ζωή. Όταν δημιουργούνται προϋποθέσεις για συνεργασία ανάμεσα σε περισσότερα άτομα, τότε οι οποιεσδήποτε δραστηριότητες έχουν βαθύτερη σημασία, αφού μ’ έναν αθέατο τρόπο, μετατρέπουν την κοινή δράση και εμπειρία σε κοινή γνώση και συνείδηση και διάθεση για δημιουργία. Εκεί ακριβώς βλέπω την τεράστια σημασία του εκπολιτισμού ή του πολιτιστικού κινήματος ή όπως αλλιώς μπορεί να λέγεται.

Στο ότι δηλαδή, δημιουργεί τις βάσεις για αυτογνωσία και κοινή συνείδηση. Έτσι μόνο ενεργοποιείται η παθητική μάζα, έτσι διαλύονται τα στεγανά του ατομισμού και της μοναξιάς και μετατρέπονται οι προσωπικές ανάγκες επιθυμίες και όνειρα, σε κοινωνικά αιτήματα.

Και αυτό το τελευταίο πάει πολύ μακριά και έχει την ανάλογη πολιτική σημασία, γιατί όταν οι επιθυμίες και τα προσωπικά όνειρα γίνονται κοινωνικά αιτήματα που διεκδικούν τη λύση τους, τότε κάποιοι ανησυχούν και ζορίζονται. Δεν είναι πολύ νόστιμο αυτό;

Δεν είναι τυχαίο, ότι εκείνοι που έφτιαξαν τον ΚΡΟΝΟ, είναι ντόπιοι, παλιοί συμμαθητές, απόφοιτοι του Γυμνασίου που στεγαζόταν σ’ εκείνο το καταθλιπτικό κτίριο της οδού Καλιφρονά με κοινές τραυματικές αναμνήσεις και εμπειρίες, όπως ας πούμε το να ξεντύνεσαι, να κρεμάς τα ρούχα σου στην μάντρα ενός νεκροταφείου και να κάνεις γυμναστική στη μέση του δρόμου, ανάμεσα σε μηχανάκια και νταλίκες.

Το Μπραχάμι. Η κουρέλα της Λ’ Σχολικής Περιφέρειας.

Είτε ήταν αγώνες στίβου, είτε μπάσκετ, είτε βόλεϊ , τελευταίοι. Λες και είμασταν ανάπηροι. Μια ζωή ρεζιλίκι και ανυπαρξία. Μόνα εφικτά σπορ και διέξοδος, το μπιλιάρδο, το ποδόσφαιρο και η πρέφα. Άλλοι γίνανε πρωταθλητές. Άλλοι μελαγχολικοί.

Αυτά πρόσφερε το στοργικό κράτος της δεξιάς. (ΝΑΙ. Δεξιά και επάρατη μάλιστα) στις λαϊκές και εργατικές συνοικίες της Αθήνας, αυτά ανθίζανε και ανθίζουν ακόμη και τώρα. 

Μέχρι και στο ποδόσφαιρο τίποτα. Κι ας ήταν οι δρόμοι του Μπραχαμίου γεμάτοι αυθεντικά ταλέντα που πήγανε στράφι και γίναν αργότερα καφενόβιοι. Πώς να υπάρξει ποδόσφαιρο όταν χρησιμοποιείται σαν μέσο αποβλάκωσης και εκτόνωσης της μιζέριας, και από αθλητισμός καταντάει απάτη και ύποπτες συναλλαγές.

Όταν φτιάχτηκε ο ΚΡΟΝΟΣ, παρουσιάστηκαν δεκάδες αγόρια και κορίτσια που θέλησαν να ασχοληθούν με το μπάσκετ. Λες και το περίμεναν. Σίγουρα το περίμεναν και όχι μόνο τα παιδιά αλλά και οι γονείς τους.

Δεν είναι βλέπεις μόνο οι υπόνομοι που απασχολούν τους ανθρώπους. Υπάρχουν και κάτι άλλα πελώρια θέματα, όπως η ανάγκη για διασκέδαση και αθλητισμό, ο ελεύθερος χρόνος των νέων ανθρώπων, οι χώροι και ο τρόπος που καταναλώνεται αυτός ο χρόνος, που το κράτος έγραφε έτσι και αλλιώς πάντα , στα παλιά του τα παπούτσια.

Τα προοδευτικά κόμματα από την άλλη, αντιδρούν με πομπώδες θεωρητικολογίες και καλο-διατυπωμένες αοριστίες και αισθανόντουσαν θαυμάσια σαν να είχαν κάνει το καθήκον τους στο ακέραιο.

Όμως λυπάμαι, αλλά τα προβλήματα αυτά δεν αντιμετωπίζονται με γιγαντιαία πανό και περίεργα ξόρκια όπως «Να φύγουν τα ύποπτα στέκια απ’ την πόλη μας» και τέτοια. Χρειάζονται συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και αγώνας (εσείς τα τσαμπουνάτε μια ζωή αυτά) και κυρίως αγάπη και μεγάλη κατανόηση για τη νεολαία και τα ιδιαίτερα προβλήματα και τις ανάγκες της.

Έρχεται λοιπόν μια ομάδα απελπισμένων δημοτών και φτύνει τη φαντασία και την αποφασιστικότητα της στα μούτρα όλων των ανευθυνο-υπεύθυνων και αυτοί κάθονται σαν ξεροί και τους κοιτάνε.

Έτσι μεταφράζονται κάτι τέτοιες αυθόρμητες, λαϊκές πρωτοβουλίες που γίνονται ερήμην όλων εκείνων, που ενώ σε δημοτικό επίπεδο κοιμούνται ύπνο βαθύ και πέτρινο σαν την κοιμωμένη του Χαλεπά, ξυπνάνε κάθε τετραετία και μας ζητάνε με πάθος το κουκί μας. Ορίστε σας το δώσαμε. Πάρτε το να δούμε τι θα το κάνετε. 

Θυμάμαι τι έγινε όταν δημιουργήθηκε ο ΚΡΟΝΟΣ.

Άρχισαν τα σχόλια και οι υποθέσεις. Για ποιους δουλεύουν; Γιατί το κάνουν; Πώς; Τι; Δεξιοί, αριστεροί, σοσιαλ-κεντρώοι, με αρχηγό το χοντρό τους δήμαρχο υπέθεταν και διέδιδαν. Σήριαλ.

Τελικά αποδείχτηκε ότι οι ύποπτοι (αγαπητοί μπουρδολόγοι των καφενείων) συλλάβανε την ουσία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πολύ καλύτερα απ’ ότι την περιγράφουν τα κιτάπια σας και τα προγράμματα σας και την εκφράσανε έμπρακτα.

Ένας κούκος βέβαια σε φέρνει την Άνοιξη στην νεκροφάνεια του Μπραχαμίου (που το μόνο που μ’ αρέσει σε αυτό είναι το όνομα του, για λόγους που θα εξηγήσω άλλη φορά) αλλά δεν γίνεται και να τον αφήσεις να ψοφήσει στο κρύο μονάχος του.

Από τα προεκλογικά μπαλκόνια ειπώθηκαν πολλά. Ο κόσμος απάντησε. Για να δούμε τώρα, εκείνα τα κλισέ του στυλ: «Εμπρός για μια άλλη ποιότητα ζωής», «Εμπρός για ένα σύγχρονο δήμο» κλπ. Θα μείνουν μονάχα πανό και χαρτοπόλεμος και μεγάφωνα και μουτζούρες στους τοίχους;

Θα θελήσει άραγε κανένας να διδαχτεί απ’ την αγωνία, το πείσμα και την όρεξη εκείνων που βαρέθηκαν να περιμένουν και ξεκίνησαν μόνοι τους χωρίς αφίσες και τυμπανοκρουσίες; Κοντός ψαλμός Αλληλούια.